はなない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός άφραγκος, απένταρος, ξεζουμισμένος μέχρι δεκάρας

Κλίση

Παρόν (απλό)
鼻血も出ない
Παρόν (ευγενικό)
鼻血も出ないです
Άρνηση (απλή)
鼻血も出なくない
Άρνηση (ευγενική)
鼻血も出なくないです
Παρελθόν (απλό)
鼻血も出なかった
Παρελθόν (ευγενικό)
鼻血も出なかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鼻血も出なくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鼻血も出なくなかったです
Τε-μορφή
鼻血も出なくて
Υποθετική (ば)
鼻血も出なければ