いびき

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ροχαλίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
鼾を掻く
Παρόν (ευγενικό)
鼾を掻きます
Άρνηση (απλή)
鼾を掻かない
Άρνηση (ευγενική)
鼾を掻きません
Παρελθόν (απλό)
鼾を掻いた
Παρελθόν (ευγενικό)
鼾を掻きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鼾を掻かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鼾を掻きませんでした
Τε-μορφή
鼾を掻いて
Δυνητική
鼾を掻ける
Προστακτική
鼾を掻け
Βουλητική
鼾を掻こう
Υποθετική (ば)
鼾を掻けば