齎す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φέρνω (ειδήσεις, γνώση, κ.λπ.), εισάγω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επιφέρω, προκαλώ, παράγω (π.χ. αποτελέσματα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 齎す
- Παρόν (ευγενικό)
- 齎します
- Άρνηση (απλή)
- 齎さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 齎しません
- Παρελθόν (απλό)
- 齎した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 齎しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 齎さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 齎しませんでした
- Τε-μορφή
- 齎して
- Δυνητική
- 齎せる
- Προστακτική
- 齎せ
- Βουλητική
- 齎そう
- Υποθετική (ば)
- 齎せば
- Υποθετική (たら)
- 齎したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 齎したい
- Απαγορευτική (~な)
- 齎すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 齎しなさい
- Παθητική
- 齎される
- Αιτιατική
- 齎させる