ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασυνέπεια, διχογνωμία, σύγκρουση, απόκλιση, αντίφαση, αποτυχία, ματαίωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
齟齬する
Παρόν (ευγενικό)
齟齬します
Άρνηση (απλή)
齟齬しない
Άρνηση (ευγενική)
齟齬しません
Παρελθόν (απλό)
齟齬した
Παρελθόν (ευγενικό)
齟齬しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
齟齬しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
齟齬しませんでした
Τε-μορφή
齟齬して
Δυνητική
齟齬できる
Προστακτική
齟齬しろ
Βουλητική
齟齬しよう
Υποθετική (ば)
齟齬すれば