20歳はたち

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είκοσι ετών
  2. 02 αρχαϊκό είκοσι

Παραδείγματα

  • わたし20歳はたちです。

    Είμαι είκοσι χρονών.

  • わたしおとうと来年らいねん20歳はたちになります。

    Ο αδελφός μου θα γίνει είκοσι χρονών του χρόνου.

  • 日本にほんでは、20歳はたちになると成人せいじんみななされ、様々さまざま権利けんりあたえられます。

    Στην Ιαπωνία, όταν κάποιος γίνεται είκοσι ετών, θεωρείται ενήλικας και του παρέχονται διάφορα δικαιώματα.