Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 熬 ξεραίνω, ψήνω
- 燗 ζέσταμα σάκε
- 熹 καίω, αχνό φως, αμυδρό φως
- 熾 άναμμα φωτιάς
- 燒 καίω, ψήνω, θερμαίνω, ψήνω
- 燉 πύρινος
- 燔 καίω
- 燎 καίω, φωτιά
- 燠 χόβολη
- 燬 φλόγα
- 燧 φωτιά σηματοδοσίας
- 燵 θερμαντήρας ποδιών, (κοκούτζι)
- 燼 αναμμένα κάρβουνα
- 燹 πυρκαγιά λιβαδιού
- 燿 λάμπω
- 爍 λάμπω, λιώνω
- 爐 τζάκι, σόμπα, φούρνος, κλίβανος
- 爛 πονάω, ερεθισμένος, θολός, διαπυώνομαι
- 爨 μαγειρεύω, βράζω
- 爭 διαφωνώ, αμφισβητώ, μάχομαι, παλεύω, αντιμάχομαι, διαγωνίζομαι, διεκδικώ, προσπαθώ, αγωνίζομαι, πασχίζω
- 爬 ξύνω, σέρνομαι
- 爰 οδηγώ σε, επομένως, τότε
- 爲 αλλάζω, μεταβάλλω, είμαι χρήσιμος, χρησιμεύω, φτάνω σε, φτάνω μέχρι, κάνω, πράττω, προσπαθώ, δοκιμάζω, εξασκώ, εφαρμόζω, κοστίζω, στοιχίζω, χρησιμεύω ως, λειτουργώ ως
- 爻 αναμειγνύομαι με, ανακατεύομαι με, συνδέομαι με, σχετίζομαι με, συναναστρέφομαι με, ενώνω, συνδέω, συμμετέχω, ρίζα «διπλό Χ» (αριθ. 89)
- 爼 βωμός θυσίας, ξύλο κοπής
- 爿 αριστερό ριζικό (Νο 90)
- 牀 κρεβάτι, καναπές, πάγκος, σασί
- 牆 φράχτης, φράκτης, τοίχος
- 牋 χαρτί, ετικέτα, γράμμα, σύνθεση, δοκίμιο
- 牘 επιστολή