nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 熾
熾

16 πινελιές | Ρίζα: 火 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 άναμμα φωτιάς

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

シ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

おこ.る、おこ.す、さかん

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 熾烈 σφοδρός (μάχη, ανταγωνισμός κ.λπ.), δριμύς, έντονος, σκληρός, πικρός, οξύς, ανελέητος
  • 熾す ανάβω (φωτιά), πυροδοτώ, ξεκινώ, φωτίζω
  • 熾火 πυρακτωμένο κάρβουνο (είτε αναμμένο κάρβουνο είτε τα πυρακτωμένα υπολείμματα καμένου ξύλου), ζωντανή θράκα
  • 熾天使 σεραφείμ
  • 熾る ανάβω (για κάρβουνα), πυρώνω, καίω ζωηρά, φουντώνω
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων