Ευρετήριο
10.383 κάντζι
- 嗑 τρώω σπόρους, επιπλήττω, πολυλογάς
- 嗒 φαίνομαι να έχω ξεχάσει τα πάντα
- 嗓 φωνή, λαιμός, φάρυγγας
- 嗛 θήκη, κρατώ, περιεχόμενο, ανεπαρκής, βάζω στο στόμα
- 嗞 συμβουλεύομαι, συσκέπτομαι (για κάτι), σχεδιάζω, αναφέρω γραπτώς σε ομότιμο, διακοίνωση, επίσημο έγγραφο, αναφορά (επίσημη)
- 嗢 πνίγω, ασφυκτιώ, πνίγω, κάνω εμετό, ξερνάω, γελάω δυνατά, γελάω με την καρδιά μου
- 嗩 μουσικό όργανο σαν φλογέρα
- 嗶 χρησιμοποιείται σε μεταγραφές
- 嗿 καταβροχθίζω
- 嘅 ήχος αναστεναγμού, κτητικός (στο Καντονέζικα)
- 嘈 θορυβώδης
- 嘊 λογομαχώ, γρυλίζω σε
- 嘍 χρησιμοποιείται στην ονοματοποιία
- 嘎 ήχος γέλιου, κακός, κακόβουλος
- 嘏 ευτυχία, μακαριότητα, ευημερία, ευτυχία, μεγάλος και δυνατός
- 嘐 τελικό επιφωνηματικό μόριο
- 嘑 απειλώ, ουρλιάζω σε, φωνάζω δυνατά
- 嘒 οξύς
- 嘬 πιπιλίζω, ρουφάω
- 嘰 αναστενάζω αποδοκιμαστικά, παίρνω λίγο
- 嘵 φλύαρος, ταραγμένος, ανήσυχος, ανήσυχος, άσυχνος
- 嘷 ο βρυχηθμός των αγρίων ζώων, ουρλιάζω, θρηνώ, κλαίω δυνατά, βροντοφωνάζω
- 嘹 που περιγράφει τη διαύγεια της φωνής
- 嘻 χαρούμενος, ευτυχισμένος, επιφώνημα
- 嘽 λαχανιάζω, πολύς
- 嘿 σιωπώ, ησυχάζω
- 噀 ψεκάζω από το στόμα, ψεκάζω νερό
- 噁 αηδία, αναγουλιάζω, αηδιαστικός
- 噆 βάζω στο στόμα, δαγκώνω, μασώ
- 噉 δαγκώνω, μασάω