nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 剃
剃

9 πινελιές | Ρίζα: 刀 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 ξυρίζω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

テイ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

まい、そ.る、す.る

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 剃る ξυρίζω
  • 剃刀 ξυράφι
  • 剃髪 κουρά, ξύρισμα της κεφαλής (κατά την είσοδο στον βουδιστικό κλήρο)
  • 髭剃り ξύρισμα, ξυριστική μηχανή
  • 剃り落とす ξυρίζω εντελώς (τρίχες)
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων