15 αποτελέσματα για «剃»

剃る そる N2

ρήμα

  1. 01 ξυρίζω
剃刀 かみそり N2

ουσιαστικό

  1. 01 ξυράφι
剃髪 ていはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κουρά, ξύρισμα της κεφαλής (κατά την είσοδο στον βουδιστικό κλήρο)
剃り落とす そりおとす

ρήμα

  1. 01 ξυρίζω εντελώς (τρίχες)
剃り残し そりのこし

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο που παραλείφθηκε κατά το ξύρισμα, τρίχες που δεν ξυρίστηκαν
剃り跡 そりあと

ουσιαστικό

  1. 01 γένια (μετά το ξύρισμα)
剃毛 ていもう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξούρισμα
剃りたて そりたて

ουσιαστικό

  1. 01 φρεσκοξυρισμένος
剃上げ額 すりあげびたい

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλό και πλατύ μέτωπο
剃刀研ぎ かみそりとぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που ακονίζει ξυράφια
剃刀気触れ かみそりかぶれ

ουσιαστικό

  1. 01 ερεθισμός από ξυράφι, δερματικό εξάνθημα από ξύρισμα
剃刀砥 かみそりど

ουσιαστικό

  1. 01 λουρί ακονίσματος ξυραφιού, πέτρα ακονίσματος
剃り込み そりこみ

ουσιαστικό

  1. 01 τριχοφυΐα ξυρισμένη σε σχήμα V στους κροτάφους, μαλλιά ξυρισμένα στις γωνίες του μετώπου
剃り味 そりあじ

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα ξυρίσματος (ενός ξυραφιού), απόδοση ξυρίσματος
  1. 01 ξυρίζω