nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 剥
剥

10 πινελιές | Ρίζα: 刀 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 ξεκολλάω
  2. 02 ξεφλουδίζομαι
  3. 03 ξεθωριάζω
  4. 04 αποχρωματίζομαι

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ハク、ホク

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

へ.ぐ、へず.る、む.く、む.ける、は.がれる、は.ぐ、は.げる、は.がす

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 剥がす αποκολλώ, ξεφλουδίζω, σκίζω, αφαιρώ, γδέρνω, απογυμνώνω, στερώ, αποσπώ, αποσυνδέω
  • 剥く ξεφλουδίζω, γδέρνω, καθαρίζω, απογυμνώνω
  • 引き剥がす αποκολλώ, ξεκολλάω βίαια
  • 剥がれる ξεκολλάω από, ξεφλουδίζω, αποκολλώμαι
  • 剥奪 αποστέρηση (δικαιωμάτων, βαθμού κ.λπ.), στέρηση, δήμευση, ανάκληση, αποβολή
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων