nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 呆
呆

7 πινελιές | Ρίζα: 口 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 εκπλήσσομαι
  2. 02 αηδιασμένος
  3. 03 σοκαρισμένος, συγκλονισμένος

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ホウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ほけ.る、ぼ.ける、あき.れる、おろか

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 呆れる εκπλήσσομαι, σοκάρομαι, μένω άναυδος, αηδιάζω, αγανακτώ, έχω βαρεθεί
  • 呆然 αποσβολωμένος, άναυδος, έκπληκτος, χαμένος
  • 呆ける παρουσιάζω άνοια, γερνώ και χάνω τη διαύγειά μου
  • 阿呆 βλάκας, ανόητος, ηλίθιος
  • 呆気にとられる μένω άναυδος, καταπλήσσομαι, μένω εμβρόντητος
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων