nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 啖
啖

11 πινελιές | Ρίζα: 口 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 τρώω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

タン

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

く.う、くらわ.す

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 啖呵を切る μιλάω κοφτά ή απότομα (π.χ. κατά τη διάρκεια μιας έντονης συζήτησης ή καβγά)
  • 啖呵 καυστικά λόγια, προκλητικά λόγια
  • 健啖家 λαίμαργος, φαγάς
  • 健啖 αδηφαγία, λαιμαργία
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων