Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
3 αποτελέσματα για «啖»
啖呵を切る
たんかをきる
άλλο, ρήμα
01
μιλάω κοφτά ή απότομα (π.χ. κατά τη διάρκεια μιας έντονης συζήτησης ή καβγά)
啖呵
たんか
ουσιαστικό
01
καυστικά λόγια, προκλητικά λόγια
啖
01
τρώω