nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 恣
恣

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 10 πινελιές | Ρίζα: 心 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 εγωιστής
  2. 02 αυθαίρετος

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

シ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ほしいまま

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 恣意的 αυθαίρετος
  • 恣 εγωιστικός, ασύδοτος, αυθαίρετος
  • 恣意 αυθαιρεσία, ιδιοτροπία, καπρίτσιο
  • 放恣 ασύδοτος, ακόλαστος, επιρρεπής στην αυτοϊκανοποίηση
  • 恣にする καταχρώμαι, εκμεταλλεύομαι στο έπακρο, δίνω ελεύθερη διέξοδο
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων