7 αποτελέσματα για «恣»
恣意的 しいてき
επίθετο
- 01 αυθαίρετος
恣 ほしいまま
επίθετο
- 01 εγωιστικός, ασύδοτος, αυθαίρετος
恣意 しい
ουσιαστικό
- 01 αυθαιρεσία, ιδιοτροπία, καπρίτσιο
恣にする ほしいままにする
άλλο, ρήμα
- 01 καταχρώμαι, εκμεταλλεύομαι στο έπακρο, δίνω ελεύθερη διέξοδο
恣意性 しいせい
ουσιαστικό
- 01 αυθαιρεσία
恣心 ししん
ουσιαστικό
- 01 εγωιστική, αυτοικανοποιητική καρδιά
恣
- 01 εγωιστής
- 02 αυθαίρετος