nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 拱
拱

9 πινελιές | Ρίζα: 手 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 κυρτώνω
  2. 02 διπλώνω τα χέρια

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

キョウ、コウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

こまぬ.く、こまね.く

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 拱手 παραμένω άπρακτος, παρακολουθώ με σταυρωμένα τα χέρια
  • 拱手傍観 παρακολουθώ άπραγος, στέκομαι με σταυρωμένα τα χέρια παρατηρώντας
  • 拱く σταυρώνω τα χέρια (μου)
  • 拱門 αψίδα, θολωτή πύλη
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων