5 αποτελέσματα για «拱»

拱手 きょうしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραμένω άπρακτος, παρακολουθώ με σταυρωμένα τα χέρια
  2. 02 κάνω υπόκλιση με τα χέρια ενωμένα μπροστά στο στήθος (κινεζικός χαιρετισμός)
拱手傍観 きょうしゅぼうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακολουθώ άπραγος, στέκομαι με σταυρωμένα τα χέρια παρατηρώντας
拱く こまねく

ρήμα

  1. 01 σταυρώνω τα χέρια (μου)
  2. 02 μένω άπραγος, παρακολουθώ παθητικά
拱門 きょうもん

ουσιαστικό

  1. 01 αψίδα, θολωτή πύλη
  1. 01 κυρτώνω
  2. 02 διπλώνω τα χέρια