nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 枕
枕

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 8 πινελιές | Ρίζα: 木 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 μαξιλάρι

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

チン、シン

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

まくら

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 枕 μαξιλάρι, προσκεφάλι
  • 枕元 προσκέφαλο, δίπλα στο μαξιλάρι
  • 膝枕 ξάπλωμα του κεφαλιού στα γόνατα κάποιου, χρήση των γονάτων κάποιου ως μαξιλάρι
  • 抱き枕 μαξιλάρι αγκαλιάς, μαξιλάρι σώματος
  • 腕枕 χρήση του βραχίονα ως προσκέφαλο
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων