nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 毫
毫

11 πινελιές | Ρίζα: 毛 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 λεπτή τρίχα
  2. 02 πινέλο
  3. 03 καθόλου

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ゴウ、コウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ごう.も、すこし

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 寸毫 ούτε στο ελάχιστο, καθόλου
  • 毫も διόλου, καθόλου
  • 揮毫 γραφή (ιδιαίτερα καλλιγραφία κατόπιν παραγγελίας), σχεδιασμός, ζωγραφική
  • 白毫 βιγιακούγκο, σγουρή τούφα λευκών τριχών στο μέτωπο του Βούδα, που στα αγάλματα απεικονίζεται ως πολύτιμος λίθος (ύρνα)
  • 一毫 ελάχιστο, κάτι το ασήμαντο
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων