5 αποτελέσματα για «毫»

毫も ごうも

επίρρημα

  1. 01 διόλου, καθόλου
毫末 ごうまつ

ουσιαστικό

  1. 01 ασήμαντη ποσότητα, απειροελάχιστο μέγεθος
毫釐 ごうり

ουσιαστικό

  1. 01 πολύ μικρή ποσότητα
毫光 ごうこう

ουσιαστικό

  1. 01 φως που λέγεται ότι εκπέμπεται από κάποια τρίχα ή τούφα στο μέτωπο του Βούδα, ακτίνα φωτός από τη λευκή τούφα (ανάμεσα στα φρύδια)
  1. 01 λεπτή τρίχα
  2. 02 πινέλο
  3. 03 καθόλου