nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 漉
漉

14 πινελιές | Ρίζα: 水 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 κατασκευάζω χαρτί
  2. 02 απλώνω λεπτά
  3. 03 σουρώνω, φιλτράρω
  4. 04 διυλίζω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ロク

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

こ.し、こ.す、す.く

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 漉く παρασκευάζω κάτι (π.χ. χαρτί) από βρεγμένο, πολτώδες υλικό απλώνοντάς το σε λεπτό στρώμα και αφήνοντάς το να στεγνώσει
  • 漉す φιλτράρω, σουρώνω
  • 粗漉し χοντροκομμένος
  • 手漉き χειροποίητη κατασκευή χαρτιού, χειροποίητο χαρτί
  • 漉き χαρτοποιία
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων