9 αποτελέσματα για «漉»

漉く すく

ρήμα

  1. 01 παρασκευάζω κάτι (π.χ. χαρτί) από βρεγμένο, πολτώδες υλικό απλώνοντάς το σε λεπτό στρώμα και αφήνοντάς το να στεγνώσει
漉す こす

ρήμα

  1. 01 φιλτράρω, σουρώνω
漉き すき

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτοποιία
漉し袋 こしぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 σάκος που χρησιμοποιείται για το φιλτράρισμα υγρών (π.χ. πόσιμο νερό κ.ά.)
漉き返す すきかえす

ρήμα

  1. 01 ανακυκλώνω χαρτί, επανακατασκευάζω χαρτί
漉油 こしあぶら

ουσιαστικό

  1. 01 κοσιαμπούρα (είδος ανθοφόρου φυτού που ανήκει στην οικογένεια των αραλιιδών)
漉し紙 こしがみ

ουσιαστικό

  1. 01 διηθητικό χαρτί
漉油の木 こしあぶらのき

ουσιαστικό

  1. 01 κοσιαμπουρα-νο-κι (είδος ανθοφόρου φυτού συγγενές με τα φυτά του γένους αραλία)
  1. 01 κατασκευάζω χαρτί
  2. 02 απλώνω λεπτά
  3. 03 σουρώνω, φιλτράρω
  4. 04 διυλίζω