nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 焙
焙

12 πινελιές | Ρίζα: 火 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 φωτιά
  2. 02 ψήνω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ホウ、ハイ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ほう.じる、あぶ.る

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 焙煎 καβούρτισμα (π.χ. καφέ)
  • 焙烙 πήλινο τηγάνι ψησίματος, σκεύος για το καβούρδισμα σπόρων
  • 焙じる καβουρδίζω (π.χ. φύλλα τσαγιού)
  • 焙焼 ψήσιμο (στη μεταλλουργία κ.ά.), ασβέστωση, φρύξη
  • 焙炉 ξηραντήριο, φρυγανιέρα
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων