10 αποτελέσματα για «焙»

焙煎 ばいせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καβούρτισμα (π.χ. καφέ)
焙烙 ほうろく

ουσιαστικό

  1. 01 πήλινο τηγάνι ψησίματος, σκεύος για το καβούρδισμα σπόρων
  2. 02 μορφή τιμωρίας κατά την οποία ο τιμωρούμενος αναγκαζόταν να περπατήσει πάνω σε λαδωμένο σωλήνα που βρισκόταν πάνω από φωτιά με κάρβουνα (αρχαία Κίνα)
焙じる ほうじる

ρήμα

  1. 01 καβουρδίζω (π.χ. φύλλα τσαγιού)
焙焼 ばいしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψήσιμο (στη μεταλλουργία κ.ά.), ασβέστωση, φρύξη
焙炉 ほいろ

ουσιαστικό

  1. 01 ξηραντήριο, φρυγανιέρα
焙ずる ほうずる

ρήμα

  1. 01 καβουρδίζω (π.χ. φύλλα τσαγιού)
焙煎豆 ばいせんまめ

ουσιαστικό

  1. 01 καβουρδισμένος κόκκος καφέ
焙烙頭巾 ほうろくずきん

ουσιαστικό

  1. 01 φουσκωτό υφασμάτινο σκούφο (παραδοσιακά φοριέται από ηλικιωμένους και μοναχούς)
焙焼炉 ばいしょうろ

ουσιαστικό

  1. 01 φούρνος πύρωσης, κλίβανος ψήσεως, φούρνος φρύξης
  1. 01 φωτιά
  2. 02 ψήνω