9 αποτελέσματα για «熾»

熾烈 しれつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σφοδρός (μάχη, ανταγωνισμός κ.λπ.), δριμύς, έντονος, σκληρός, πικρός, οξύς, ανελέητος
熾す おこす

ρήμα

  1. 01 ανάβω (φωτιά), πυροδοτώ, ξεκινώ, φωτίζω
熾火 おきび

ουσιαστικό

  1. 01 πυρακτωμένο κάρβουνο (είτε αναμμένο κάρβουνο είτε τα πυρακτωμένα υπολείμματα καμένου ξύλου), ζωντανή θράκα
熾天使 してんし

ουσιαστικό

  1. 01 σεραφείμ
熾る おこる

ρήμα

  1. 01 ανάβω (για κάρβουνα), πυρώνω, καίω ζωηρά, φουντώνω
熾盛 しじょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 σφρίγος (όπως οι φλόγες που υψώνονται), ζωντάνια
熾きる おきる

ρήμα

  1. 01 ανάβω (φωτιά), πυρώνω
熾熱 しねつ

ουσιαστικό

  1. 01 έντονη θερμότητα
  1. 01 άναμμα φωτιάς