nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 碌
碌

13 πινελιές | Ρίζα: 石 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 ικανοποιητικός

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ロク

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ろく.な

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 碌な ικανοποιητικός, αξιοπρεπής, καλός, κατάλληλος, σεβαστός
  • 碌に ικανοποιητικά, επαρκώς, σωστά, αξιοπρεπώς (με αρνητικό ρήμα)
  • 耄碌 γεροντική άνοια, γεροντική πνευματική κατάπτωση
  • 碌でもない άχρηστος, ανάξιος λόγου, ακατάλληλος
  • 碌 ικανοποιητικός, αξιοπρεπής, καλός, κατάλληλος, άξιος
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων