8 αποτελέσματα για «碌»

碌な ろくな

άλλο

  1. 01 ικανοποιητικός, αξιοπρεπής, καλός, κατάλληλος, σεβαστός
碌に ろくに

επίρρημα

  1. 01 ικανοποιητικά, επαρκώς, σωστά, αξιοπρεπώς (με αρνητικό ρήμα)
碌でもない ろくでもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 άχρηστος, ανάξιος λόγου, ακατάλληλος
ろく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ικανοποιητικός, αξιοπρεπής, καλός, κατάλληλος, άξιος
碌々 ろくろく

επίρρημα

  1. 01 όχι όπως πρέπει, όχι σωστά, όχι αρκετά, όχι επαρκώς
碌すっぽ ろくすっぽ

επίρρημα

  1. 01 (όχι) καλά, (όχι) σωστά, (όχι) αρκετά, (όχι) επαρκώς, (όχι) ικανοποιητικά
碌で無し ろくでなし

ουσιαστικό

  1. 01 αλήτης, άχρηστος, τεμπέλης
  1. 01 ικανοποιητικός