nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 竈
竈

21 πινελιές | Ρίζα: 穴 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 εστία, τζάκι
  2. 02 κουζίνα (συσκευή)

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

ソウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

かまど、かま、へっつい

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 竈 καμάντο, παραδοσιακή ιαπωνική εστία μαγειρέματος με καύση ξύλου ή κάρβουνου
  • 竈 καπνοδόχος εστίας
  • 竈神 θεότητα της εστίας, θεός της κουζίνας
  • 七竈 νανακαμάντο, είδος ιαπωνικής ορειάς (Sorbus commixta)
  • 四葉塩竈 γιοτσουμπά-σιογκάμα, είδος φυτού της οικογένειας Orobanchaceae (Pedicularis chamissonis var. japonica)
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων