5 αποτελέσματα για «竈»
竈 かまど
ουσιαστικό
- 01 καμάντο, παραδοσιακή ιαπωνική εστία μαγειρέματος με καύση ξύλου ή κάρβουνου
- 02 νοικοκυριό, οικογένεια
竈 くど
ουσιαστικό
- 01 καπνοδόχος εστίας
- 02 εστία, φούρνος κουζίνας
竈神 かまどがみ
ουσιαστικό
- 01 θεότητα της εστίας, θεός της κουζίνας
竈を起こす かまどをおこす
άλλο, ρήμα
- 01 πλουτίζω, αποκτώ οικογενειακή περιουσία
- 02 γίνομαι αρχηγός οικογένειας
竈
- 01 εστία, τζάκι
- 02 κουζίνα (συσκευή)