nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 軋
軋

8 πινελιές | Ρίζα: 車 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 τρίζω
  2. 02 τρίζω
  3. 03 τρίζω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

アツ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

きし.る、きし.む

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 軋む τριίζω, τρίζω, προκαλώ τριγμό
  • 軋み τριγμός, τρίξιμο
  • 軋轢 τριβή, διχόνοια, έριδα
  • 軋る τριίζω, τρίζω, τρίζω μεταλλικά, αλέθω, ξύνω
  • 軋み合う ανταγωνίζομαι, έρχομαι σε ρήξη
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων