7 αποτελέσματα για «軋»
軋む きしむ
ρήμα
- 01 τριίζω, τρίζω, προκαλώ τριγμό
軋み きしみ
ουσιαστικό
- 01 τριγμός, τρίξιμο
- 02 διχόνοια, έριδα, τριβή
軋轢 あつれき
ουσιαστικό
- 01 τριβή, διχόνοια, έριδα
軋る きしる
ρήμα
- 01 τριίζω, τρίζω, τρίζω μεταλλικά, αλέθω, ξύνω
軋み合う きしみあう
ρήμα
- 01 ανταγωνίζομαι, έρχομαι σε ρήξη
軋り きしり
ουσιαστικό
- 01 τριγμός, τρίξιμο, τρίψιμο
- 02 τριβή (μεταξύ ανθρώπων)
軋
- 01 τρίζω
- 02 τρίζω
- 03 τρίζω