nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 門
門

Διδάσκεται στη Β' Δημοτικού| 8 πινελιές | Ρίζα: 門 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 πύλη
  2. 02 αριθμητικό για κανόνια

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

モン

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

かど、と

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 門 πύλη
  • 専門 ειδικότητα, ειδικό αντικείμενο σπουδών, τομέας εξειδίκευσης, πεδίο, κατεύθυνση
  • 専門家 ειδικός, εμπειρογνώμονας, επαγγελματίας, αυθεντία, σχολιαστής
  • 校門 σχολική πύλη
  • 門番 θυρωρός, φύλακας πύλης, πορτιέρης, θυρωρός κτιρίου, επιστάτης
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων