72 αποτελέσματα για «門»

もん N5

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 πύλη
  2. 02 σχολή, κλάδος μάθησης (βασισμένος στις διδασκαλίες ενός δασκάλου)
  3. 03 φύλο, διαίρεση (βιολογία)
  4. 04 μετρητική λέξη για κανόνια
門番 もんばん

ουσιαστικό

  1. 01 θυρωρός, φύλακας πύλης, πορτιέρης, θυρωρός κτιρίου, επιστάτης
門前 もんぜん

ουσιαστικό

  1. 01 μπροστά από την πύλη, προ της πύλης
門限 もんげん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα κλεισίματος, απαγόρευση κυκλοφορίας
門出 かどで

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναχώρηση (για μακρύ ταξίδι), εκκίνηση, αναχώρηση (π.χ. για το μέτωπο), αποχώρηση από το σπίτι
  2. 02 ξεκίνημα νέας ζωής, επανεκκίνηση ζωής
門扉 もんぴ

ουσιαστικό

  1. 01 πόρτες πύλης
門前払い もんぜんばらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διώξιμο στην πόρτα, άρνηση εισόδου, κλείσιμο της πόρτας στα μούτρα κάποιου
  2. 02 απόρριψη χωρίς εξέταση, άρνηση χωρίς ουσιαστική έρευνα
  3. 03 εκδίωξη από την πύλη του δικαστικού μεγάρου (η ελαφρύτερη ποινή κατά την περίοδο Έντο)
門口 かどぐち

ουσιαστικό

  1. 01 πόρτα, είσοδος, πύλη
門下生 もんかせい

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής, ακόλουθος, οπαδός
門下 もんか

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής κάποιου, σπουδαστής κάποιου, ακόλουθος κάποιου
門柱 もんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πεσσός πύλης, κολόνα εισόδου
門外漢 もんがいかん

ουσιαστικό

  1. 01 αδαής, μη ειδικός, ερασιτέχνης
門人 もんじん

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής, σπουδαστής, ακόλουθος
門外不出 もんがいふしゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 φυλάσσω κάτι ως επτασφράγιστο μυστικό, δεν επιτρέπω σε κάτι να βγει εκτός του χώρου του
門弟 もんてい

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής, ακόλουθος
門内 もんない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός της πύλης
門外 もんがい

ουσιαστικό

  1. 01 έξω από την πύλη, πέρα από το πεδίο εξειδίκευσης κάποιου
門衛 もんえい

ουσιαστικό

  1. 01 θυρωρός, φύλακας πύλης
門戸 もんこ

ουσιαστικό

  1. 01 πόρτα, θύρα
門構え もんがまえ

ουσιαστικό

  1. 01 πύλη (ιδιοκτησίας), στυλ πύλης, οίκημα με πύλη (σπίτι, κατάστημα κ.λπ.)
  2. 02 ριζικό μον (το 169ο ριζικό)