210 αποτελέσματα για «予»

予定 よてい N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σχέδια, διευθέτηση, πρόγραμμα, χρονοδιάγραμμα, προσδοκία, εκτίμηση
予想 よそう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσδοκία, αναμονή, πρόβλεψη, πρόγνωση, εικασία
予感 よかん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προαίσθημα, διαίσθηση, προμήνυμα
  2. 02 έχω προαίσθημα, διαισθάνομαι
予想外 よそうがい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 απροσδόκητος, απρόβλεπτος, παράξενος
予測 よそく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόβλεψη, εκτίμηση
予約 よやく N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κράτηση, ραντεβού, προπαραγγελία
  2. 02 συμβόλαιο, συνδρομή, δέσμευση
  3. 03 προγραμματισμός (π.χ. μιας συσκευής), ρύθμιση (π.χ. ενός χρονοδιακόπτη)
予算 よさん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προϋπολογισμός, εκτίμηση (κόστους)
予想通り よそうどおり

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 όπως αναμενόταν, όπως προβλεπόταν
予備 よび N2

ουσιαστικό

  1. 01 εφεδρεία, ανταλλακτικό
  2. 02 προετοιμασία, προκαταρκτικά
予言 よげん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόβλεψη, προφητεία, πρόγνωση
  2. 02 προφητεία (θρησκευτική)
予言 かねごと

ουσιαστικό

  1. 01 υπόσχεση, πρόβλεψη
予想以上 よそういじょう

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 πάνω από το αναμενόμενο
予告 よこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προειδοποίηση, προκαταρκτική ανακοίνωση
  2. 02 τρέιλερ (για ταινία, τηλεοπτική εκπομπή, κ.λπ.)
予定通り よていどおり

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 όπως είχε προγραμματιστεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα
予期 よき N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσδοκία, αναμονή, πρόβλεψη
予選 よせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προκριματικός αγώνας, προκριματική φάση, δοκιμασία, προκριματική σειρά
  2. 02 προκαταρκτική επιλογή, αξιολόγηση (π.χ. υποψηφίων), προσωρινή εκλογή, προκριματική ψηφοφορία
予め あらかじめ N1

επίρρημα

  1. 01 εκ των προτέρων, από πριν, προκαταβολικά
予習 よしゅう N4

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προετοιμασία για το μάθημα
予知 よち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόβλεψη, προγνωστική γνώση, διαίσθηση, προαίσθημα, πρόγνωση
予兆 よちょう

ουσιαστικό

  1. 01 οιωνός, σημάδι, προειδοποίηση, ένδειξη