30 αποτελέσματα για «争»

争い あらそい N1

ουσιαστικό

  1. 01 διαμάχη, σύγκρουση, αγώνας, πάλη, διχόνοια, διαφωνία, φιλονικία, αντιπαράθεση, καβγάς
  2. 02 ανταγωνισμός, διαγωνισμός, αντιπαλότητα
争う あらそう N3

ρήμα

  1. 01 ανταγωνίζομαι, διαγωνίζομαι, συναγωνίζομαι, διεκδικώ
  2. 02 μαλώνω, διαφωνώ, λογομαχώ, αμφισβητώ, αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι
  3. 03 αρνούμαι (π.χ. αποδεικτικά στοιχεία)
争奪戦 そうだつせん

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνισμός, πάλη, διαμάχη, διεκδίκηση
争いごと あらそいごと

ουσιαστικό

  1. 01 διαφωνία, καυγάς, αντιδικία
争乱 そうらん

ουσιαστικό

  1. 01 σύγκρουση, έριδα
争闘 そうとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διένεξη, αγώνας, σύγκρουση, μάχη
争奪 そうだつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πάλη, διεκδίκηση, ανταγωνισμός
争点 そうてん

ουσιαστικό

  1. 01 επίδικο ζήτημα, σημείο διαφωνίας
争論 そうろん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιχείρημα, αντιδικία, διαμάχη
争議 そうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 διαμάχη, καυγάς, απεργία
争覇 そうは

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεκδικώ τη νίκη, παλεύω για την κυριαρχία
争うべからざる あらそうべからざる

άλλο

  1. 01 αδιαμφισβήτητος
争で いかで

επίρρημα

  1. 01 πώς
争点整理 そうてんせいり

ουσιαστικό

  1. 01 διαδικασίες προσδιορισμού των αμφισβητούμενων σημείων, προδικαστική αμοιβαία γνωστοποίηση και συζήτηση των επίμαχων ζητημάτων
争覇戦 そうはせん

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας για την κυριαρχία
  2. 02 τελικός πρωταθλήματος
争議団 そうぎだん

ουσιαστικό

  1. 01 απεργιακή επιτροπή, απεργοί
争い戦う あらそいたたかう

ρήμα

  1. 01 συγκρούομαι με, αντιπαρατίθεμαι με
争訟 そうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 δικαστική διαφορά, αμφισβήτηση, αγωγή
争議権 そうぎけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα απεργίας
争議行為 そうぎこうい

ουσιαστικό

  1. 01 απεργιακή κινητοποίηση, απεργία