91 αποτελέσματα για «健»

健康 けんこう N3

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 υγεία
  2. 02 υγιής, γερός, σε φόρμα, υγιεινός
健全 けんぜん N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υγιής, άρτιος, υγιεινός, ενάρετος
健在 けんざい N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υγιής, ζωντανός και ακμαίος, σε καλή κατάσταση
健気 けなげ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αξιέπαινος, αξιοθαύμαστος, επαινετός, γενναίος, ηρωικός, ευγενής, θαρραλέος
健康的 けんこうてき

επίθετο

  1. 01 υγιεινός, υγιής, ωφέλιμος για την υγεία, αποστειρωμένος
健やか すこやか N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εύρωστος, υγιής, ακμαίος
健闘 けんとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γενναίος αγώνας, επίπονη προσπάθεια
健闘を祈る けんとうをいのる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εύχομαι σε κάποιον καλή επιτυχία, εύχομαι σε κάποιον να τα πάει καλά
健康状態 けんこうじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση της υγείας κάποιου
健康診断 けんこうしんだん

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρικός έλεγχος, γενική ιατρική εξέταση, σωματική εξέταση
健康体 けんこうたい

ουσιαστικό

  1. 01 υγιές σώμα
健康管理 けんこうかんり

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση υγείας, διατήρηση της υγείας, φροντίδα της υγείας
健康そのもの けんこうそのもの

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 η ίδια η εικόνα της υγείας, υπόδειγμα υγείας
健勝 けんしょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 καλή υγεία
健脚 けんきゃく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που περπατάει πολύ ή γρήγορα, καλός πεζοπόρος
健診 けんしん

ουσιαστικό

  1. 01 προληπτικός έλεγχος υγείας, ιατρική εξέταση, φυσική εξέταση
健康食品 けんこうしょくひん

ουσιαστικό

  1. 01 υγιεινά τρόφιμα, συμπληρώματα διατροφής
健康上 けんこうじょう

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 σχετικός με την υγεία, αναφορικά με την υγεία (πρόβλημα, λόγοι κ.λπ.)
  2. 02 από άποψη υγείας, από την πλευρά της υγείας, για χάρη της υγείας
健常者 けんじょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αρτιμελής, άτομο χωρίς σωματική ή νοητική αναπηρία, μη ανάπηρο άτομο
健啖家 けんたんか

ουσιαστικό

  1. 01 λαίμαργος, φαγάς