28 αποτελέσματα για «刈»

刈る かる N3

ρήμα

  1. 01 κόβω (γρασίδι, μαλλιά κ.ά.), θερίζω, κουρεύω, κλαδεύω, ψαλιδίζω, τρυγώ, συγκομίζω
刈り取る かりとる

ρήμα

  1. 01 θερίζω, τρυγώ, συγκομίζω
刈り込む かりこむ

ρήμα

  1. 01 κλαδεύω, ψαλιδίζω, κόβω, περικόπτω
  2. 02 θερίζω (μια σοδειά) και αποθηκεύω, συγκομίζω
  3. 03 περικόπτω (ένα χειρόγραφο), μειώνω
かり

ουσιαστικό

  1. 01 κόβω, κουρεύω, ψαλιδίζω, θερίζω, κλαδεύω
刈り上げる かりあげる

ρήμα

  1. 01 θερίζω τα πάντα, ολοκληρώνω το θερισμό (π.χ. αγριόχορτων)
  2. 02 κοντοκουρεύω (τα μαλλιά) στο σβέρκο, ψαλιδίζω τα μαλλιά έτσι ώστε να κονταίνουν σταδιακά προς τον αυχένα
刈り取り かりとり

ουσιαστικό

  1. 01 θερισμός, συγκομιδή
刈り入れ かりいれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θερισμός, σοδειά
刈り上げ かりあげ

ουσιαστικό

  1. 01 κοντοκουρεμένα μαλλιά, θερισμός
刈り入れる かりいれる

ρήμα

  1. 01 θερίζω, συγκομίζω
刈りそろえる かりそろえる

ρήμα

  1. 01 κουρεύω, ψαλιδίζω, κόβω ή κλαδεύω ομοιόμορφα, φέρνω τα πάντα στο ίδιο μήκος
刈り込み かりこみ

ουσιαστικό

  1. 01 κούρεμα, κλάδεμα
刈除 がいじょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομάκρυνση, αποκοπή, θέρισμα
刈り手 かりて

ουσιαστικό

  1. 01 θεριστής, δρεπανηφόρος
刈り跡 かりあと

ουσιαστικό

  1. 01 αποψιλωμένη δασική έκταση
刈萱 かるかや

ουσιαστικό

  1. 01 θεμέδα η τρίανδρη η ιαπωνική (ποικιλία του χόρτου των καγκουρό)
  2. 02 κυμβοπώγων ο ελικώδης της ποικιλίας goeringii (ποικιλία χόρτου στενά συγγενική με το λεμονόχορτο)
  3. 03 χόρτο για αχυροσκεπές, ψαθί για αχυροσκεπές
刈り株 かりかぶ

ουσιαστικό

  1. 01 καλαμιά, υπολείμματα καλλιέργειας που μένουν στο χώμα μετά τον θερισμό
刈り取り機 かりとりき

ουσιαστικό

  1. 01 θεριστική μηχανή
刈り込み鋏 かりこみばさみ

ουσιαστικό

  1. 01 ψαλίδι μπορντούρας
刈り入れ人 かりいれびと

ουσιαστικό

  1. 01 θεριστές
刈り田 かりた

ουσιαστικό

  1. 01 θερισμένος ορυζώνας