44 αποτελέσματα για «列»
列 れつ N3
ουσιαστικό, άλλο
- 01 σειρά, γραμμή, φάλαγγα, στήλη, ουρά, θέση, πομπή
- 02 ομάδα (ομοίων), τάξη, παρέα, συντροφιά
- 03 ακολουθία
- 04 σειρά (ταξινομική βαθμίδα)
- 05 μετρητής (για σειρές)
列車 れっしゃ N3
ουσιαστικό
- 01 τρένο, σιδηροδρομικός συρμός
列挙 れっきょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απαρίθμηση, κατάλογος
列強 れっきょう
ουσιαστικό
- 01 μεγάλες δυνάμεις του κόσμου, ισχυρά κράτη
列を作る れつをつくる
άλλο, ρήμα
- 01 σχηματίζω σειρά, παρατάσσομαι
列席 れっせき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρουσία (σε εκδήλωση ή συνεδρίαση)
列席者 れっせきしゃ
ουσιαστικό
- 01 παρευρισκόμενος, άτομα που παρίστανται
列を成す れつをなす
άλλο, ρήμα
- 01 σχηματίζω σειρά, σχηματίζω ουρά, παρατάσσομαι
列島 れっとう N2
ουσιαστικό
- 01 αρχιπέλαγος, νησιωτικό σύμπλεγμα
列する れっする
ρήμα
- 01 παρατάσσομαι με, γίνομαι μέλος, κατατάσσομαι μαζί με
- 02 παρευρίσκομαι, συμμετέχω
列記 れっき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράθεση, καταγραφή
列伝 れつでん
ουσιαστικό
- 01 σειρά βιογραφιών, βίοι
列座 れつざ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρουσία
列国 れっこく
ουσιαστικό
- 01 έθνη, κράτη
列柱 れっちゅう
ουσιαστικό
- 01 κιονοστοιχία, σειρά κιόνων
列聖 れっせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αγιοκατάταξη, καθιέρωση της αγιότητας
列藩 れっぱん
ουσιαστικό
- 01 πολυάριθμα φεουδαρχικά κρατίδια
列侯 れっこう
ουσιαστικό
- 01 πολλοί νταϊμιό
列優先 れつゆうせん
ουσιαστικό
- 01 κατά στήλες (π.χ. διάνυσμα)
列氏 れっし
ουσιαστικό
- 01 κλίμακα θερμοκρασίας Ρεομύρ, βαθμοί Ρεομύρ