257 αποτελέσματα για «初»

初めて はじめて N5

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 για πρώτη φορά
  2. 02 μόνο αφού, μόνο όταν, όχι πριν
  3. 03 πρώτη φορά, το πρώτο
はつ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος, νέος
初対面 しょたいめん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη συνάντηση, πρώτη συνέντευξη με
初日 しょにち

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πρώτη μέρα, πρεμιέρα
初めから はじめから

άλλο

  1. 01 από την αρχή
初めまして はじめまして

άλλο

  1. 01 χαίρω πολύ, χαίρομαι για τη γνωριμία
初期 しょき

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτες μέρες, πρώτα χρόνια, αρχικά στάδια, αρχή
初耳 はつみみ N1

ουσιαστικό

  1. 01 κάτι που ακούγεται για πρώτη φορά, η ακρόαση κάτι για πρώτη φορά
初めに はじめに N2

άλλο

  1. 01 πρώτον, αρχικά, καταρχάς, για αρχή, στην αρχή
  2. 02 εισαγωγή, πρόλογος
初心者 しょしんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχάριος
初恋 はつこい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος έρωτας, εφηβικός έρωτας
初代 しょだい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη γενιά, ιδρυτής
初老 しょろう

ουσιαστικό

  1. 01 περασμένη μέση ηλικία, πλησιάζοντας το γήρας, κοντά στην τρίτη ηλικία
  2. 02 ηλικία σαράντα ετών
初夏 しょか

ουσιαστικό

  1. 01 αρχές καλοκαιριού
  2. 02 τέταρτος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
初々しい ういういしい

επίθετο

  1. 01 αθώος, αφελής, αγνός, φρέσκος, ακατέργαστος, άπειρος
初体験 はつたいけん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη εμπειρία
  2. 02 πρώτη σεξουαλική εμπειρία
初見 しょけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρώτη θέαση, πρώτη φορά που βλέπει κανείς κάτι, πρώτη συνάντηση
  2. 02 εκ πρώτης όψεως ανάγνωση μουσικού κειμένου (prima vista)
初回 しょかい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη φορά, πρώτη περίοδος (στο μπέιζμπολ), αρχική προσπάθεια
  2. 02 πρώτος, αρχικός
初級 しょきゅう N2

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχειώδες επίπεδο, αρχικό επίπεδο
初手 しょて

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη κίνηση (στο σόγκι, στο γκο, κ.λπ.)
  2. 02 αρχή, ξεκίνημα