183 αποτελέσματα για «加»

加える くわえる N3

ρήμα

  1. 01 προσθέτω, αθροίζω, επισυνάπτω, προσαρτώ
  2. 02 αυξάνω, αναπτύσσω (π.χ. ταχύτητα), επιταχύνω
  3. 03 συμπεριλαμβάνω, υπολογίζω, επιτρέπω να ενταχθεί
  4. 04 προκαλώ (ζημιά), επιφέρω, δίνω, ασκώ
加わる くわわる N3

ρήμα

  1. 01 προστίθεμαι, επισυνάπτομαι
  2. 02 συμμετέχω (π.χ. σε μια παρέα), εντάσσομαι
  3. 03 αυξάνομαι (π.χ. θερμότητα, επιρροή), επιταχύνομαι
  4. 04 εφαρμόζομαι, ασκούμαι (π.χ. θερμότητα, πίεση)
加速 かそく N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιτάχυνση, αύξηση ταχύτητας
加減 かげん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαθμός, έκταση, ποσότητα, ισορροπία, κατάσταση
  2. 02 κατάσταση υγείας, υγεία
  3. 03 ρύθμιση, προσαρμογή, μετριασμός
  4. 04 πρόσθεση και αφαίρεση
  5. 05 ελαφρύ σημάδι, ίχνος, ελαφρά κατάσταση
  6. 06 ό,τι πρέπει για, ιδανικό για
加工 かこう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατασκευή, επεξεργασία, κατεργασία, μηχανουργική κατεργασία
加護 かご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θεϊκή προστασία
加勢 かせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βοήθεια, υποστήριξη, ενισχύσεις
加担 かたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποστήριξη, συμμετοχή, βοήθεια, συνενοχή, συνωμοσία
加入 かにゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγγραφή (σε λέσχη, οργανισμό κ.λπ.), ένταξη ως μέλος, είσοδος, αποδοχή, συνδρομή, υπαγωγή, υπογραφή (π.χ. συνθήκης), σύναψη (π.χ. ασφάλισης)
加害者 かがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 θύτης, δράστης, επιτιθέμενος, παραβάτης, υπαίτιο μέρος (π.χ. σε ένα ατύχημα)

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσθεση, επιπρόσθετος
  2. 02 Καναδάς
加熱 かねつ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θέρμανση, εφαρμογή θερμότητας
加味 かみ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καρύκευμα, άρτυμα
  2. 02 προσθήκη, συμπερίληψη, συνεκτίμηση
加賀 かが

ουσιαστικό

  1. 01 Κάγκα (πρώην επαρχία που βρισκόταν στο νότιο τμήμα του σημερινού νομού Ισικάουα)
加算 かさん

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσθεση, άθροιση, συμπλήρωμα
加奈陀 カナダ

ουσιαστικό

  1. 01 Καναδάς
加速度的 かそくどてき

επίθετο

  1. 01 επιταχυνόμενος, που επιταχύνει, που αναπτύσσει ταχύτητα, που αυξάνεται εκθετικά
加特力 カトリック

ουσιαστικό

  1. 01 καθολικός, καθολικισμός, Καθολική Εκκλησία
加盟 かめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσχώρηση (σε σύλλογο, συμφωνία κ.λπ.), συμμετοχή, ένταξη
加速度 かそくど N2

ουσιαστικό

  1. 01 επιτάχυνση