139 αποτελέσματα για «労»
労働 ろうどう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εργασία, μόχθος, δουλειά
- 02 Εργατικό Κόμμα
労力 ろうりょく N1
ουσιαστικό
- 01 εργασία, κόπος, προσπάθεια, μόχθος, ταλαιπωρία
労働者 ろうどうしゃ
ουσιαστικό
- 01 εργάτης
- 02 χειρώνακτας, εργάτης, εργαζόμενος σε χειρωνακτική εργασία
労 ろう
ουσιαστικό
- 01 κόπος, εργασία, μόχθος, ταλαιπωρία, προσπάθεια, καταβολή προσπάθειας
労う ねぎらう
ρήμα
- 01 εκφράζω την εκτίμησή μου για, αναγνωρίζω τους κόπους (ιδιαίτερα από κάποιον ισότιμο ή κατώτερο), ευχαριστώ για, ανταμείβω για
労働力 ろうどうりょく
ουσιαστικό
- 01 εργατικό δυναμικό, ανθρώπινο δυναμικό
労い ねぎらい
ουσιαστικό
- 01 έκφραση αναγνώρισης (για τις προσπάθειες κάποιου), ευχαριστήριο
労る いたわる
ρήμα
- 01 λυπάμαι, συμπονώ, δείχνω κατανόηση, παρηγορώ, συμπεριφέρομαι με καλοσύνη
- 02 φροντίζω (π.χ. έναν τραυματισμό), περιποιούμαι, νοσηλεύω, καταπραΰνω
- 03 εκτιμώ, αναγνωρίζω (τις προσπάθειες κάποιου), ανταμείβω
労苦 ろうく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μόχθος, κοπιαστική εργασία, κακουχία
労する ろうする
ρήμα
- 01 εργάζομαι, κοπιάζω
- 02 απασχολώ, βάζω κάποιον να εργαστεί
労り いたわり
ουσιαστικό
- 01 συμπάθεια, μέριμνα, προσοχή, φροντίδα
- 02 υπηρεσία, εργασία, κόπος, αξιέπαινη πράξη
- 03 ασθένεια, νόσος, πάθηση
労働時間 ろうどうじかん
ουσιαστικό
- 01 εργάσιμες ώρες, ανθρωποώρες
労働組合 ろうどうくみあい
ουσιαστικό
- 01 εργατικό σωματείο, συνδικάτο, εργατική ένωση
労役 ろうえき
ουσιαστικό
- 01 σωματική εργασία (ειδικά καταναγκαστική), επίπονη χειρωνακτική εργασία, μόχθος
労働基準法 ろうどうきじゅんほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος εργασιακών προτύπων
労働者階級 ろうどうしゃかいきゅう
ουσιαστικό
- 01 εργατική τάξη
労災 ろうさい
ουσιαστικό
- 01 εργατικό ατύχημα, επαγγελματική ασθένεια, θάνατος εν ώρα εργασίας, ατύχημα εν ώρα εργασίας
- 02 ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου
労作 ろうさく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κόπος, εργασία, μόχθος, επίπονη εργασία
- 02 κοπιαστικό έργο, δημιούργημα που απαιτεί σημαντική προσπάθεια
労働党 ろうどうとう
ουσιαστικό
- 01 Εργατικό Κόμμα
労働条件 ろうどうじょうけん
ουσιαστικό
- 01 συνθήκες εργασίας