82 αποτελέσματα για «区»

ουσιαστικό

  1. 01 διαμέρισμα, δήμος, πόλη (στο Τόκιο)
  2. 02 περιοχή (π.χ. εκλογική), τμήμα, ζώνη (π.χ. ταχυδρομική)
区別 くべつ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάκριση, διαφοροποίηση, διαφορά
区画 くかく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαίρεση, τμήμα, διαμέρισμα, τετράγωνο, οικόπεδο, αγροτεμάχιο, χώρισμα, όριο
区切る くぎる N2

ρήμα

  1. 01 χωρίζω, διαχωρίζω, διαιρώ, οριοθετώ, περιχαρακώνω
  2. 02 βάζω σημεία στίξης, χωρίζω με κόμμα, κάνω παύσεις, τονίζω τις λέξεις μου
区域 くいき N2

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή, ζώνη, διαμέρισμα, συνοικία, τμήμα, όρια, όριο
区切り くぎり N1

ουσιαστικό

  1. 01 παύση (σε ομιλία, γραφή, κ.λπ.), στίξη
  2. 02 διακοπή, τέλος, σημείο διακοπής, παύση, σταθμός (π.χ. σε ένα έργο)
区別がつく くべつがつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεχωρίζω, διακρίνω, αντιλαμβάνομαι τη διαφορά μεταξύ δύο πραγμάτων
区々 まちまち

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 διάφορος, ποικίλος, διαφορετικός, αποκλίνων, διαιρεμένος, αντικρουόμενος
区分 くぶん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαίρεση, τμήμα, οριοθέτηση, χώρισμα, κατάτμηση, διαμέρισμα, λωρίδα κυκλοφορίας
  2. 02 ταξινόμηση, διαλογή, ομαδοποίηση, κατάτμηση
  3. 03 διαίρεση
区間 くかん N1

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα (σιδηροδρομικής γραμμής κ.λπ.), τομέας, διάσταση
  2. 02 διάστημα
区役所 くやくしょ

ουσιαστικό

  1. 01 δημαρχείο διαμερίσματος, τοπικό δημοτικό συμβούλιο
区分け くわけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαίρεση, τμήμα, οριοθέτηση, λωρίδα (κυκλοφορίας), διαμέρισμα, ταξινόμηση, διαλογή
区内 くない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός του διαμερίσματος, μέσα στο διαμέρισμα
  2. 02 εντός της ζώνης, μέσα στην περιοχή
区別をつける くべつをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 διακρίνω, ξεχωρίζω τη διαφορά μεταξύ
区画整理 くかくせいり

ουσιαστικό

  1. 01 αναδασμός γης, πολεοδομικός σχεδιασμός
区長 くちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πρόεδρος διαμερίσματος, δήμαρχος διαμερίσματος, διοικητικός υπεύθυνος διαμερίσματος
区民 くみん

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοικοι διαμερίσματος
区立 くりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδρυμένος από το διαμέρισμα (ku), δημοτικός, διοικητικός (για το διαμέρισμα)
区々 くく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 διάφορος, ποικίλος, πολυποίκιλος, διχασμένος
  2. 02 ασήμαντος, ευτελής, επουσιώδης, μικροπρεπής
区割り くわり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οριοθέτηση, χάραξη συνόρων