57 αποτελέσματα για «博»

博士 はかせ N3

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός, λόγιος άνθρωπος
  2. 02 διδάκτορας, κάτοχος διδακτορικού τίτλου, δρ
  3. 03 δάσκαλος στην αυτοκρατορική αυλή (περίοδος Ριτσουριό)
  4. 04 σημάδια τονισμού και διάρκειας (για τη συνοδεία βουδιστικού λειτουργικού ψαλμού κ.ά.)
博士 はくし

ουσιαστικό

  1. 01 διδάκτορας, διδακτορικός τίτλος, δρ.
博物館 はくぶつかん N3

ουσιαστικό

  1. 01 μουσείο
はく

ουσιαστικό

  1. 01 διδάκτωρ, διδακτορικό δίπλωμα
  2. 02 έκθεση, εμπορική έκθεση
博打 ばくち

ουσιαστικό

  1. 01 τυχερά παιχνίδια, τζόγος
  2. 02 κερδοσκοπία, ανάληψη ριψοκίνδυνου εγχειρήματος
  3. 03 επαγγελματίας τζογαδόρος
博識 はくしき

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ευρεία γνώση, πολυμάθεια
  2. 02 πολυμαθής, λόγιος, καλά πληροφορημένος, με βαθιές γνώσεις
博する はくする

ρήμα

  1. 01 κερδίζω, αποκτώ
  2. 02 διαδίδω (το όνομα κάποιου, κ.ά.)
博愛 はくあい

ουσιαστικό

  1. 01 φιλανθρωπία, αγαθοεργία, φιλαλληλία, αγάπη για την ανθρωπότητα, αδελφοσύνη, αδελφική αγάπη
博覧会 はくらんかい

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση, εμπορική έκθεση, εξπό, πανηγύρι
博士号 はくしごう

ουσιαστικό

  1. 01 διδακτορικό, διδακτορικός τίτλος
博学 はくがく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πολυμάθεια, εκτεταμένη γνώση
博奕 ばくえき

ουσιαστικό

  1. 01 τυχερό παιχνίδι, τζόγος
博徒 ばくと

ουσιαστικό

  1. 01 τζογαδόρος
博物学 はくぶつがく

ουσιαστικό

  1. 01 φυσική ιστορία
博す はくす

ρήμα

  1. 01 κερδίζω, αποκτώ, εισπράττω
  2. 02 διαδίδω (το όνομα κάποιου, κ.λπ.)
博愛主義 はくあいしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φιλανθρωπία
博愛主義者 はくあいしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 φιλάνθρωπος
博物 はくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 φυσική ιστορία
  2. 02 ευρεία γνώση, πολυμάθεια, ευρύ πεδίο μάθησης
博士課程 はくしかてい

ουσιαστικό

  1. 01 διδακτορικό πρόγραμμα σπουδών
博士論文 はかせろんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 διδακτορική διατριβή