68 αποτελέσματα για «厚»

厚い あつい N5

επίθετο

  1. 01 παχύς, χοντρός, βαθύς, βαρύς
  2. 02 καλός, εγκάρδιος, φιλόξενος, θερμός, πιστός
  3. 03 σοβαρός (για ασθένεια)
  4. 04 άφθονος
厚意 こうい

ουσιαστικό

  1. 01 καλοσύνη, ευγένεια, χάρη, εξυπηρέτηση
厚み あつみ

ουσιαστικό

  1. 01 πάχος
  2. 02 βάθος, εμβρίθεια
  3. 03 πάχος, πυκνή και συμπαγής ομάδα ή τείχος από πέτρες
厚かましい あつかましい N2

επίθετο

  1. 01 αναίσχυντος, ξεδιάντροπος, θρασύς, αυθάδης, θρασύδειλος
厚手 あつで

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 παχύς (για χαρτί, ύφασμα κ.λπ.), βαρύς
あつ

επίθημα

  1. 01 πάχος
厚着 あつぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ντύνομαι με χοντρά ρούχα, ντύνομαι ζεστά
厚生労働省 こうせいろうどうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 Υπουργείο Υγείας, Εργασίας και Πρόνοιας (Ιαπωνία)
厚め あつめ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κάπως παχύς, σχετικά παχύς, αρκετά παχύς, ελαφρώς παχύς
厚遇 こうぐう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θερμή υποδοχή, εγκάρδια υποδοχή, ευγενική μεταχείριση, φιλοξενία
厚紙 あつがみ

ουσιαστικό

  1. 01 χοντρό χαρτί, χαρτόνι
厚化粧 あつげしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έντονο μακιγιάζ, βαρύ μακιγιάζ
厚顔無恥 こうがんむち

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αναίσχυντος, θρασύς και ασυνείδητος
厚ぼったい あつぼったい

επίθετο

  1. 01 πολύ παχύς, βαρύς
厚顔 こうがん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αναίδεια, θράσος, ξεδιαντροπιά, ασυδοσία
厚労省 こうろうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 Υπουργείο Υγείας, Εργασίας και Πρόνοιας
厚情 こうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ευγένεια, χάρη, φιλοξενία
厚切り あつぎり

ουσιαστικό

  1. 01 χοντρή φέτα
厚い壁 あついかべ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δυσυπέρβλητο εμπόδιο, μεγάλο εμπόδιο, παχύς τοίχος
厚生 こうせい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόνοια, δημόσια πρόνοια, κοινωνική πρόνοια
  2. 02 (πρώην) υπουργείο υγείας και πρόνοιας