105 αποτελέσματα για «唐»

唐突 とうとつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απότομος, ξαφνικός, αιφνίδιος
唐揚げ からあげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τηγάνισμα φαγητού σε άφθονο λάδι αφού καλυφθεί ελαφρά με αλεύρι ή άμυλο πατάτας, τηγανητό φαγητό (κυρίως κοτόπουλο)
とう

ουσιαστικό

  1. 01 δυναστεία Τανγκ (της Κίνας· 618-907), δυναστεία Τανγκ
  2. 02 Κίνα, ξένη χώρα
唐辛子 とうがらし

ουσιαστικό

  1. 01 πιπεριά (Capsicum annuum, ειδικά η καλλιεργημένη καυτερή πιπεριά), τσίλι, καγιέν, κόκκινη πιπεριά
  2. 02 σιτσίμι, μείγμα επτά μπαχαρικών
唐変木 とうへんぼく

ουσιαστικό

  1. 01 ανόητος, κουτός, χαζός, αδιάκριτος
唐竹 からたけ

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικό μπαμπού, μπαμπού εισαγόμενο από την Κίνα (συχνά χρησιμοποιείται για την κατασκευή φλάουτων)
  2. 02 κατακόρυφη επίθεση με σπαθί από πάνω προς τα κάτω (στο κέντο κ.ά.)
唐紙 とうし

ουσιαστικό

  1. 01 κινέζικο χαρτί
唐人 とうじん

ουσιαστικό

  1. 01 Κινέζος
  2. 02 ξένος
唐人 からびと

ουσιαστικό

  1. 01 Κινέζος, Κορεάτης
唐草 からくさ

ουσιαστικό

  1. 01 μοτίβο αραβουργήματος
  2. 02 μηδική η πολυμορφική (Medicago polymorpha)
唐草模様 からくさもよう

ουσιαστικό

  1. 01 αραβούργημα, φυτικό μοτίβο με έλικες
から

ουσιαστικό

  1. 01 Κίνα (χρησιμοποιείται μερικές φορές και για την Κορέα ή άλλες ξένες χώρες)
唐土 もろこし

ουσιαστικό

  1. 01 Κίνα
  2. 02 κινεζικός
唐物 からもの

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικά προϊόντα, εισαγόμενα αγαθά
  2. 02 μεταχειρισμένα αντικείμενα, παλιά έπιπλα
唐木 からき

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτική ξυλεία μη ιαπωνικής προέλευσης (όπως παλίσανδρος, έβενος, μαύρη ξυλεία κ.λπ.), εισαγόμενη ξυλεία
唐橋 からはし

ουσιαστικό

  1. 01 τοξωτή γέφυρα με κιγκλιδώματα κινεζικού ρυθμού, γέφυρα κινεζικού ρυθμού
唐代 とうだい

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Τανγκ (Κίνα· 618-907), περίοδος Τανγκ
唐子 からこ

ουσιαστικό

  1. 01 αγόρι ή κούκλα ντυμένη με αρχαία κινεζικά ρούχα
  2. 02 χτένισμα εμπνευσμένο από την κούκλα καράκο (ειδικά για κορίτσια, περίοδος Έντο)
唐櫃 からびつ

ουσιαστικό

  1. 01 κιβώτιο κινεζικού τύπου με έξι πόδια (καραμπίτσου)
唐風 とうふう

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικός ρυθμός