182 αποτελέσματα για «商»

商品 しょうひん N3

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόρευμα, αγαθό, είδος, απόθεμα
商売 しょうばい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμπόριο, επιχείρηση, δουλειά
  2. 02 επάγγελμα, κλίση, δουλειά, εργασία
商人 しょうにん N3

ουσιαστικό

  1. 01 έμπορος, καταστηματάρχης
商店街 しょうてんがい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική περιοχή, εμπορικός δρόμος, κέντρο πόλης
商会 しょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική εταιρεία, επιχείρηση
商業 しょうぎょう N2

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόριο, συναλλαγή, επιχειρηματικότητα
商店 しょうてん N2

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα, μαγαζί, εμπορική επιχείρηση
しょう

ουσιαστικό

  1. 01 πηλίκο
  2. 02 επιχείρηση, έμπορος, διανομέας
  3. 03 δεύτερη βαθμίδα (της ιαπωνικής και κινεζικής πεντατονικής κλίμακας)
  4. 04 δυναστεία Σανγκ (της Κίνας· περίπου 1600-1046 π.Χ.), δυναστεία Γιν
商談 しょうだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιχειρηματική συζήτηση, διαπραγμάτευση
商家 しょうか

ουσιαστικό

  1. 01 έμπορος, κατάστημα
  2. 02 εμπορικός οίκος, εμπορική οικογένεια
商い あきない

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόριο, συναλλαγή
  2. 02 τζίρος, πωλήσεις, εισπράξεις
商売人 しょうばいにん

ουσιαστικό

  1. 01 έμπορος, συναλλασσόμενος, πανούργος επιχειρηματίας
  2. 02 ειδικός (σε κάποιο επάγγελμα ή τέχνη), επαγγελματίας
  3. 03 γυναίκα που εργάζεται στη νυχτερινή διασκέδαση (οικοδέσποινα σε μπαρ ή νυχτερινό κέντρο, γκέισα κ.λπ.), εταίρα
商社 しょうしゃ N2

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική εταιρεία
商事 しょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικές υποθέσεις
商船 しょうせん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικό πλοίο
商売になる しょうばいになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποδίδω κέρδος, είμαι επικερδής, έχω οικονομικό όφελος
商う あきなう

ρήμα

  1. 01 εμπορεύομαι (εμπορικά αγαθά), διαπραγματεύομαι, πουλώ
商売道具 しょうばいどうぐ

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματικά εργαλεία, μέσα εργασίας
商品化 しょうひんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμπορευματοποίηση, μετατροπή σε προϊόν
商売敵 しょうばいがたき

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικός ανταγωνιστής, επαγγελματικός ανταγωνισμός