94 αποτελέσματα για «増»

増える ふえる N4

ρήμα

  1. 01 αυξάνω, πολλαπλασιάζομαι
増す ます N3

ρήμα

  1. 01 αυξάνω, μεγαλώνω
増やす ふやす N3

ρήμα

  1. 01 αυξάνω, προσθέτω, επαυξάνω
増加 ぞうか N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση, άνοδος, ανάπτυξη, προσθήκη, προσαύξηση
増幅 ぞうふく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενίσχυση
  2. 02 μεγέθυνση, ενίσχυση, μεγέθυνση (καθιστώ κάτι μεγαλύτερο)
増大 ぞうだい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεγέθυνση, αύξηση
増援 ぞうえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενίσχυση (π.χ. στρατευμάτων)
増殖 ぞうしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση, πολλαπλασιασμός, εξάπλωση, αναπαραγωγή
増強 ぞうきょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενίσχυση, επαύξηση, δυνάμωμα, αύξηση, συσσώρευση
ぞう

ουσιαστικό

  1. 01 αυξάνω, αύξηση
増長 ぞうちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γίνομαι αυθάδης, γίνομαι αλαζονικός, παίρνω τα μυαλά μου αέρα
  2. 02 γίνομαι εντονότερος, αυξάνομαι
増し まし

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 καλύτερος, προτιμότερος, λιγότερο απαράδεκτος, ο λιγότερο κακός
  2. 02 περισσότερο, αύξηση, επιπλέον
  3. 03 αύξηση, μεγέθυνση
増え続ける ふえつづける

ρήμα

  1. 01 συνεχίζω να αυξάνομαι, συνεχίζω να συσσωρεύομαι
増員 ぞういん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση του αριθμού του προσωπικού, πρόσληψη περισσότερων ατόμων
増築 ぞうちく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσθήκη σε κτίριο
増設 ぞうせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσθήκη (εξοπλισμού, εγκαταστάσεων κ.λπ.), δημιουργία περισσότερων, εγκατάσταση περισσότερων, αύξηση, επέκταση, διεύρυνση
増減 ぞうげん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση και μείωση, διακύμανση
増産 ぞうさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση παραγωγής
増水 ぞうすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνοδος της στάθμης του νερού (ποταμού, λίμνης, κ.λπ.), πλημμύρα, αύξηση της στάθμης του νερού, υψηλή στάθμη νερού
増量 ぞうりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση ποσότητας, αύξηση όγκου