230 αποτελέσματα για «変»

変わる かわる N4

ρήμα

  1. 01 αλλάζω, μεταμορφώνομαι, μετασχηματίζομαι, τροποποιούμαι, ποικίλλω
  2. 02 μετακινούμαι σε
  3. 03 διαφέρω, είμαι ασυνήθιστος, είμαι παράξενος
変える かえる N4

ρήμα

  1. 01 αλλάζω, τροποποιώ, μεταμορφώνω, μετατρέπω, ποικίλλω
  2. 02 μεταρρυθμίζω, αναθεωρώ, τροποποιώ
へん N4

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παράξενος, περίεργος, ιδιόμορφος, αλλόκοτος, εκκεντρικός, αστείος, ύποπτος
  2. 02 απροσδόκητος
  3. 03 αλλαγή
  4. 04 περιστατικό, αναστάτωση, καταστροφή, ατύχημα, έκτακτη ανάγκη
  5. 05 ύφεση (μουσική)
変化 へんか N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή, παραλλαγή, τροποποίηση, μετάλλαξη, μετάβαση, μετασχηματισμός
  2. 02 ποικιλία, ποικιλομορφία
  3. 03 κλίση (γραμματική)
  4. 04 χένκα (αποφυγή ή πλαγιά κίνηση στην αρχή ενός αγώνα)
変化 へんげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταμόρφωση (ζώου ή πνεύματος), καλικάντζαρος, φάντασμα, οπτασία, μπαμπούλας
  2. 02 μετενσάρκωση
  3. 03 μετασχηματισμός
変更 へんこう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή, τροποποίηση, μεταβολή, αναθεώρηση, διόρθωση
変わり かわり

ουσιαστικό

  1. 01 αλλαγή, μεταβολή
  2. 02 διαφορά, διάκριση
  3. 03 κάτι το ασυνήθιστο, ανωμαλία, ασυνήθιστο γεγονός, ατύχημα, συμβάν
変態 へんたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταμόρφωση
  2. 02 ανωμαλία
  3. 03 σεξουαλική διαστροφή, διεστραμμένος (ως άτομο)
  4. 04 μεταμόρφωση
  5. 05 μεταμόρφωση, μετάβαση, τροποποίηση
変わりない かわりない

άλλο

  1. 01 αμετάβλητος, καμία διαφορά
  2. 02 χωρίς ασυνήθιστα γεγονότα, χωρίς ατυχήματα, χωρίς περιστατικά
変身 へんしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταμόρφωση, μεταμφίεση, μετασχηματισμός, αλλαγή μορφής
変装 へんそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταμφίεση, μασκαράτα
変換 へんかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή, μετατροπή, μετασχηματισμός
  2. 02 μετασχηματισμός
変形 へんけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετασχηματισμός, παραλλαγή, μεταμόρφωση, τροποποίηση, παραμόρφωση, ποικιλία, αναπηρία, τέρας
変貌 へんぼう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταμόρφωση, μετασχηματισμός, αλλαγή εμφάνισης
変人 へんじん

ουσιαστικό

  1. 01 εκκεντρικός, ιδιόρρυθμος, παράξενος, περίεργος τύπος, φρικιό
変色 へんしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή χρώματος, αποχρωματισμός, ξεθώριασμα
変動 へんどう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταβολή, διακύμανση
変質 へんしつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλοίωση (χαρακτήρα ή ουσίας), μεταβολή ποιότητας, μετασχηματισμός, φθορά, εκφυλισμός, μετουσίωση
  2. 02 διαστροφή (κυρίως σεξουαλική)
変わり者 かわりもの

ουσιαστικό

  1. 01 εκκεντρικός, περίεργος, ιδιόρρυθμος τύπος, παράξενος
変異 へんい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασυνήθιστο γεγονός
  2. 02 παραλλαγή
  3. 03 μετάλλαξη