40 αποτελέσματα για «夫»

おっと N4

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος
夫婦 ふうふ N3

ουσιαστικό

  1. 01 ανδρόγυνο, σύζυγοι, παντρεμένο ζευγάρι
夫婦 めおと

ουσιαστικό

  1. 01 έγγαμο ζευγάρι, σύζυγοι
  2. 02 σετ δύο τεμαχίων (ένα μεγάλο και ένα μικρό), ζεύγος (για σύζυγο), σετ για ζευγάρι (π.χ. φλιτζάνια τσαγιού)
夫人 ふじん N3

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος, κυρία, γυναίκα
  2. 02 σύζυγος ευγενή
  3. 03 αυτοκρατορική σύζυγος τρίτης τάξης (σύστημα Ριτσιούριο)
夫妻 ふさい N2

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγοι, αντρόγυνο
夫婦仲 ふうふなか

ουσιαστικό

  1. 01 συζυγική σχέση, συζυγική στοργή
夫婦喧嘩 ふうふげんか

ουσιαστικό

  1. 01 συζυγικός καυγάς, καβγάς μεταξύ συζύγων
夫婦生活 ふうふせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγαμος βίος
  2. 02 σεξουαλική ζωή (συζύγων), συζυγική επαφή, (σεξουαλική) οικειότητα
夫婦関係 ふうふかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 συζυγική σχέση
夫君 ふくん

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος (κάποιου άλλου)
夫婦間 ふうふかん

ουσιαστικό

  1. 01 εντός του γάμου, ανάμεσα σε σύζυγο και σύζυγο, συζυγικός
夫婦円満 ふうふえんまん

ουσιαστικό

  1. 01 συζυγική ευτυχία, ευτυχισμένος γάμος
夫婦約束 ふうふやくそく

ουσιαστικό

  1. 01 αρραβώνας, υπόσχεση γάμου, γαμήλιο συμβόλαιο
夫子 ふうし

ουσιαστικό

  1. 01 δάσκαλος, σοφός, σοφός άνθρωπος, κύριος
  2. 02 Κομφούκιος
  3. 03 ο ενδιαφερόμενος, εσύ, αυτός, αυτή
夫を立てる おっとをたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμπεριφέρομαι στον σύζυγό μου με τον δέοντα σεβασμό
夫婦別れ ふうふわかれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαζύγιο, χωρισμός
夫婦別姓 ふうふべっせい

ουσιαστικό

  1. 01 χρήση διαφορετικών επωνύμων από ένα έγγαμο ζευγάρι
夫婦連れ ふうふづれ

ουσιαστικό

  1. 01 αντρόγυνο που ταξιδεύει μαζί
夫婦喧嘩は犬も食わない ふうふげんかはいぬもくわない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν πρέπει κανείς να ανακατεύεται σε συζυγικούς καυγάδες
夫婦茶碗 めおとぢゃわん

ουσιαστικό

  1. 01 ζευγάρι φλιτζάνια τσαγιού (ή μπολ για ρύζι) για παντρεμένο ζευγάρι (ένα μεγάλο και ένα μικρό), φλιτζάνια τσαγιού για εκείνον και εκείνη, μπολ για ρύζι για εκείνον και εκείνη